académico
Pronunciation
/ˌakaðˈɛmiko/

Ορισμός και σημασία του "académico"στα ισπανικά

académico
01

ακαδημαϊκός, πανεπιστημιακός

relacionado con la educación, las escuelas o las universidades
académico definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
académico
αρσενικό πληθυντικό
académicos
θηλυκό ενικό
académica
θηλυκό πληθυντικό
académicas
Παραδείγματα
El nivel académico de la universidad es muy alto.
Το ακαδημαϊκό επίπεδο του πανεπιστημίου είναι πολύ υψηλό.
01

ακαδημαϊκός, πανεπιστημιακός καθηγητής

una persona que se dedica al estudio o la enseñanza en una universidad o instituto
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
académicos
Παραδείγματα
El premio reconoce la trayectoria de un académico que ha revolucionado su campo.
Το βραβείο αναγνωρίζει την πορεία ενός ακαδημαϊκού που έχει επαναστατήσει στον τομέα του.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store