Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sacar
01
αποκτώ
obtener algo o conseguirlo mediante esfuerzo o acción
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
saco
γ΄ ενικό πρόσωπο
saca
ενεστώτα μετοχή
sacando
απλός αόριστος
saqué
παθητική μετοχή
sacado
Παραδείγματα
Ella sacó el segundo mejor resultado de la clase.
Αυτή πήρε το δεύτερο καλύτερο αποτέλεσμα στην τάξη.
02
βγάζω
extraer o mover algo de un lugar a otro
Παραδείγματα
No olvides sacar los platos después de comer.
Μην ξεχάσεις να βγάλεις τα πιάτα μετά το φαγητό.
03
σερβίρω
golpear la pelota al inicio de un punto en un juego de raqueta o deporte similar
Παραδείγματα
Sacar con efecto puede confundir al adversario.
Το σερβίρισμα με φαινόμενο μπορεί να μπερδέψει τον αντίπαλο.



























