Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El examen final
[gender: masculine]
01
τελική εξέταση, τελικό διαγώνισμα
prueba importante que se hace al final de un curso o materia
Παραδείγματα
Mi examen final fue muy difícil, pero lo pasé.
Η τελική εξέταση μου ήταν πολύ δύσκολη, αλλά την πέρασα.



























