Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
obligatorio
01
υποχρεωτικός
que se debe cumplir o hacer por ley o norma
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
obligatorio
αρσενικό πληθυντικό
obligatorios
θηλυκό ενικό
obligatoria
θηλυκό πληθυντικό
obligatorias
Παραδείγματα
La educación primaria es obligatoria en muchos países.
Η πρωτοβάθμια εκπαίδευση είναι υποχρεωτική σε πολλές χώρες.



























