cercano
Pronunciation
/θɛɾkˈano/

Ορισμός και σημασία του "cercano"στα ισπανικά

01

κοντινός, οικείος

que tiene una relación afectiva o personal fuerte con alguien
cercano definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más cercano
συγκριτικός βαθμός
más cercano
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
cercano
αρσενικό πληθυντικό
cercanos
θηλυκό ενικό
cercana
θηλυκό πληθυντικό
cercanas
Παραδείγματα
Mi pareja y yo tenemos una conexión cercana.
Ο σύντροφός μου και εγώ έχουμε μια στενή σχέση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store