Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
numeroso
01
πολυάριθμος
que está formado por muchas personas o cosas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más numeroso
συγκριτικός βαθμός
más numeroso
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
numeroso
αρσενικό πληθυντικό
numerosos
θηλυκό ενικό
numerosa
θηλυκό πληθυντικό
numerosas
Παραδείγματα
Formaron un equipo numeroso para el proyecto.



























