el mellizo
me
me
me
lli
ˈʎi
lii
zo
θo
tho
chorizorollizotrillizocobertizo

Ορισμός και σημασία του "mellizo"στα ισπανικά

01

μη πανομοιότυπος δίδυμος

persona nacida al mismo tiempo que otra de los mismos padres , pero no idéntica 
el mellizo definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
mellizos
αρσενικό ενικό
mellizo
θηλυκό ενικό
melliza
Παραδείγματα
Mis mellizos tienen gustos muy diferentes. 

Τα δίδυμα μου έχουν πολύ διαφορετικές προτιμήσεις.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store