Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ofender
01
προσβάλλομαι, πληγώνομαι
sentirse molesto o herido por algo que alguien dijo o hizo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
ofendo
γ΄ ενικό πρόσωπο
ofende
ενεστώτα μετοχή
ofendiendo
απλός αόριστος
me ofendí
παθητική μετοχή
ofendido
Παραδείγματα
No te ofendas por lo que dije, solo era una broma.
Μην προσβάλλεσαι από αυτά που είπα, ήταν απλώς ένα αστείο.
02
προσβάλλω, πληγώνω
herir los sentimientos, el honor o las creencias de alguien
Παραδείγματα
Sus palabras groseras ofendieron a todos los presentes.
Οι αγενείς λέξεις του προσέβαλαν όλους τους παρόντες.



























