Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
atrever
01
τολμώ, αποτολμώ
tener valor o coraje para hacer algo difícil o arriesgado
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
atrevo
γ΄ ενικό πρόσωπο
atreve
ενεστώτα μετοχή
atreviendo
απλός αόριστος
me atreví
παθητική μετοχή
atrevido
Παραδείγματα
No me atrevo a saltar desde tan alto.
Δεν τολμώ να πηδήξω από τόσο ψηλά.



























