atrever
Pronunciation
/ˌatɾeβˈɛɾ/

Ορισμός και σημασία του "atrever"στα ισπανικά

atrever
[past form: me atreví][present form: me atrevo]
01

τολμώ, αποτολμώ

tener valor o coraje para hacer algo difícil o arriesgado
atrever definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
atrevo
γ΄ ενικό πρόσωπο
atreve
ενεστώτα μετοχή
atreviendo
απλός αόριστος
me atreví
παθητική μετοχή
atrevido
Παραδείγματα
Nos atrevimos a explorar la cueva oscura.
Τολμήσαμε να εξερευνήσουμε το σκοτεινό σπήλαιο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store