Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
atrever
[past form: me atreví][present form: me atrevo]
01
τολμώ, αποτολμώ
tener valor o coraje para hacer algo difícil o arriesgado
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
atrevo
γ΄ ενικό πρόσωπο
atreve
ενεστώτα μετοχή
atreviendo
απλός αόριστος
me atreví
παθητική μετοχή
atrevido
Παραδείγματα
Nos atrevimos a explorar la cueva oscura.
Τολμήσαμε να εξερευνήσουμε το σκοτεινό σπήλαιο.



























