Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
reconocer
[past form: reconocí][present form: reconozco]
01
παραδέχομαι
aceptar o admitir algo como verdadero o válido
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
reconozco
γ΄ ενικό πρόσωπο
reconoce
ενεστώτα μετοχή
reconociendo
απλός αόριστος
reconocí
παθητική μετοχή
reconocido
Παραδείγματα
Reconocer un problema es el primer paso para solucionarlo.
Η αναγνώριση ενός προβλήματος είναι το πρώτο βήμα για την επίλυσή του.



























