resignar
Pronunciation
/rˌesiɡnˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "resignar"στα ισπανικά

resignar
01

παραιτούμαι, αποδέχομαι χωρίς διαμαρτυρία

aceptar una situación negativa sin protestar
resignar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
resigno
γ΄ ενικό πρόσωπο
resigna
ενεστώτα μετοχή
resignando
απλός αόριστος
me resigné
παθητική μετοχή
resignado
Παραδείγματα
Ellos se resignaron a la decisión del juez.
Παραιτήθηκαν από την απόφαση του δικαστή.
02

παραιτούμαι

dejar voluntariamente un cargo o puesto
resignar definition and meaning
Παραδείγματα
Anunció que iba a resignar pronto.
Ανακοίνωσε ότι θα παραιτηθεί σύντομα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store