Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
resignar
01
παραιτούμαι, αποδέχομαι χωρίς διαμαρτυρία
aceptar una situación negativa sin protestar
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
resigno
γ΄ ενικό πρόσωπο
resigna
ενεστώτα μετοχή
resignando
απλός αόριστος
me resigné
παθητική μετοχή
resignado
Παραδείγματα
Ellos se resignaron a la decisión del juez.
Παραιτήθηκαν από την απόφαση του δικαστή.
02
παραιτούμαι
dejar voluntariamente un cargo o puesto
Παραδείγματα
Anunció que iba a resignar pronto.
Ανακοίνωσε ότι θα παραιτηθεί σύντομα.



























