el asco
as
ˈas
as
co
ko
ko

Ορισμός και σημασία του "asco"στα ισπανικά

01

αηδία, σιχαμάρα

sentimiento de rechazo o repulsión hacia algo desagradable 
el asco definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Siento asco cuando veo comida podrida. 

Νιώθω αηδία όταν βλέπω σάπιο φαγητό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store