Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
lamentar
[past form: me lamenté][present form: me lamento]
01
παραπονιέμαι, εκφράζω λύπη
quejarse o expresar tristeza o disgusto por algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
lamento
γ΄ ενικό πρόσωπο
lamenta
ενεστώτα μετοχή
lamentando
απλός αόριστος
me lamenté
παθητική μετοχή
lamentado
Παραδείγματα
Se lamentó porque perdió el autobús.
Παραπονέθηκε γιατί έχασε το λεωφορείο.



























