la envidia
en
em
εμ
vid
ˈbið
μπιδ
ia
ja
γα

Ορισμός και σημασία του "envidia"στα ισπανικά

01

φθόνος

sentimiento de querer lo que tiene otra persona 
la envidia definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Siento envidia cuando veo su éxito. 

Νιώθω ζήλεια όταν βλέπω την επιτυχία τους.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store