avergonzado
Pronunciation
/ˌaβɛɾɣɔnθˈaðo/

Ορισμός και σημασία του "avergonzado"στα ισπανικά

avergonzado
01

ντροπαλός, αμηχανισμένος

que siente vergüenza o timidez por algo que hizo o pasó
avergonzado definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más avergonzado
συγκριτικός βαθμός
más avergonzado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
avergonzado
αρσενικό πληθυντικό
avergonzados
θηλυκό ενικό
avergonzada
θηλυκό πληθυντικό
avergonzadas
Παραδείγματα
Estoy avergonzado de no haber dicho la verdad.
Avergonzado σημαίνει "που νιώθει ντροπή ή ντροπαλότητα για κάτι που έκανε ή συνέβη". Ντρέπομαι που δεν είπα την αλήθεια.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store