Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
callado
01
ήσυχος, σιωπηλός
que no habla mucho o que está en silencio
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más callado
συγκριτικός βαθμός
más callado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
callado
αρσενικό πληθυντικό
callados
θηλυκό ενικό
callada
θηλυκό πληθυντικό
calladas
Παραδείγματα
Es un perro callado que no ladra mucho.
Είναι ένα ήσυχο σκυλί που δεν γαβγίζει πολύ.



























