callado
Pronunciation
/kaʎˈaðo/

Ορισμός και σημασία του "callado"στα ισπανικά

01

ήσυχος, σιωπηλός

que no habla mucho o que está en silencio
callado definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más callado
συγκριτικός βαθμός
más callado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
callado
αρσενικό πληθυντικό
callados
θηλυκό ενικό
callada
θηλυκό πληθυντικό
calladas
Παραδείγματα
Es un perro callado que no ladra mucho.
Είναι ένα ήσυχο σκυλί που δεν γαβγίζει πολύ.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store