Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
responsable
01
υπεύθυνος, αξιόπιστος
que cumple con sus deberes y obligaciones
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más responsable
συγκριτικός βαθμός
más responsable
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
responsable
αρσενικό πληθυντικό
responsables
θηλυκό ενικό
responsable
θηλυκό πληθυντικό
responsables
Παραδείγματα
Es una persona muy responsable en el trabajo.
Είναι ένα πολύ υπεύθυνο άτομο στη δουλειά.
02
υπεύθυνος
que tiene la obligación o autoridad para cuidar o controlar algo
Παραδείγματα
Ella es responsable del proyecto.
Είναι υπεύθυνη για το έργο.
03
υπεύθυνος
que tiene la obligación legal o moral de hacerse cargo de algo o de asumir las consecuencias de sus actos
Παραδείγματα
La empresa es responsable por los daños.
Η εταιρεία είναι υπεύθυνη για τις ζημίες.
El responsable
01
υπεύθυνος
persona que tiene a su cargo una tarea, área o grupo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
responsables
Παραδείγματα
El responsable del proyecto presentó los resultados.
Ο υπεύθυνος του έργου παρουσίασε τα αποτελέσματα.



























