quieto
quie
ˈkje
kye
to
to
to
quinto

Ορισμός και σημασία του "quieto"στα ισπανικά

01

ακίνητος, ήσυχος

que no se mueve ni hace ruido 
quieto definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más quieto
συγκριτικός βαθμός
más quieto
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
quieto
αρσενικό πληθυντικό
quietos
θηλυκό ενικό
quieta
θηλυκό πληθυντικό
quietas
Παραδείγματα
Quédate quieto mientras te tomo la foto. 

Μείνε ακίνητος ενώ σου τραβάω τη φωτογραφία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store