Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
quieto
01
ακίνητος, ήσυχος
que no se mueve ni hace ruido
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más quieto
συγκριτικός βαθμός
más quieto
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
quieto
αρσενικό πληθυντικό
quietos
θηλυκό ενικό
quieta
θηλυκό πληθυντικό
quietas
Παραδείγματα
El paciente debe estar quieto durante la operación.
Ο ασθενής πρέπει να παραμείνει ακίνητος κατά τη διάρκεια της επέμβασης.



























