Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
alzar
[past form: me alcé][present form: me alzo]
01
σηκώνω
levantar algo hacia arriba
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
alzo
γ΄ ενικό πρόσωπο
alza
ενεστώτα μετοχή
alzando
απλός αόριστος
me alcé
παθητική μετοχή
alzado
Παραδείγματα
Alzó el libro para mostrárselo.
Σήκωσε το βιβλίο για να του το δείξει.



























