Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bostezar
01
χασμουριέμαι
abrir la boca involuntariamente para respirar profundamente cuando estás cansado o aburrido
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
bostezo
γ΄ ενικό πρόσωπο
bosteza
ενεστώτα μετοχή
bostezando
απλός αόριστος
bostecé
παθητική μετοχή
bostezado
Παραδείγματα
Cuando estoy cansado, suelo bostezar mucho.
Όταν είμαι κουρασμένος, συνήθως χασμουριέμαι πολύ.



























