Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
percibir
[past form: percibí][present form: percibo]
01
αντιλαμβάνομαι
darse cuenta o captar algo a través de los sentidos o la mente
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
percibo
γ΄ ενικό πρόσωπο
percibe
ενεστώτα μετοχή
percibiendo
απλός αόριστος
percibí
παθητική μετοχή
percibido
Παραδείγματα
Ella percibió una mirada extraña desde la ventana.
Αυτή αντιλήφθηκε ένα παράξενο βλέμμα από το παράθυρο.
02
λαμβάνω, αποκτώ
recibir dinero, salario, renta u otro tipo de ingreso
Παραδείγματα
¿ Cuánto percibe al mes por ese contrato?
Πόσα λαμβάνετε ανά μήνα για αυτό το συμβόλαιο ;



























