Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
percibir
01
αντιλαμβάνομαι
darse cuenta o captar algo a través de los sentidos o la mente
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
percibo
γ΄ ενικό πρόσωπο
percibe
ενεστώτα μετοχή
percibiendo
απλός αόριστος
percibí
παθητική μετοχή
percibido
Παραδείγματα
Pudo percibir un olor extraño en la habitación.
Μπόρεσε να αντιληφθεί μια παράξενη μυρωδιά στο δωμάτιο.
02
λαμβάνω, αποκτώ
recibir dinero, salario, renta u otro tipo de ingreso
Παραδείγματα
Percibe un sueldo mensual de mil euros.
Αυτός λαμβάνει ένα μηνιαίο μισθό χίλιων ευρώ.



























