Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El hurto
01
κλοπή, κλεψιά
acción de tomar algo ajeno sin permiso y sin usar violencia
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
hurtos
Παραδείγματα
El hurto fue captado por las cámaras de seguridad.
Η κλοπή καταγράφηκε από τις κάμερες ασφαλείας.



























