la cárcel
cár
ˈkaɾ
kar
cel
θel
thel
corcel

Ορισμός και σημασία του "cárcel"στα ισπανικά

01

φυλακή, δεσμωτήριο

lugar donde se encierra a las personas condenadas o acusadas de un delito 
la cárcel definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
cárceles
Παραδείγματα
El criminal fue enviado a la cárcel por diez años. 

Ο εγκληματίας στάλθηκε στη φυλακή για δέκα χρόνια.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store