acusar
a
a
a
cu
ku
koo
sar
ˈsaɾ
sar
acuñaracosarabusar

Ορισμός και σημασία του "acusar"στα ισπανικά

acusar
01

κατηγορώ

imputar a alguien un delito o falta 
acusar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
acuso
γ΄ ενικό πρόσωπο
acusa
ενεστώτα μετοχή
acusando
απλός αόριστος
acusé
παθητική μετοχή
acusado
Παραδείγματα
La policía acusó al sospechoso de robo. 

Η αστυνομία κατηγόρησε τον ύποπτο για κλοπή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store