acusar
Pronunciation
/ˌakusˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "acusar"στα ισπανικά

acusar
01

κατηγορώ

imputar a alguien un delito o falta
acusar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
acuso
γ΄ ενικό πρόσωπο
acusa
ενεστώτα μετοχή
acusando
απλός αόριστος
acusé
παθητική μετοχή
acusado
Παραδείγματα
Acusaron al vecino de causar el incendio.
Κατηγόρησαν τον γείτονα ότι προκάλεσε τη φωτιά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store