Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
reenviar
01
αναμεταδίδω
enviar nuevamente algo que ya fue enviado
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
reenvío
γ΄ ενικό πρόσωπο
reenvía
ενεστώτα μετοχή
reenviando
απλός αόριστος
reenvié
παθητική μετοχή
reenviado
Παραδείγματα
Voy a reenviar el correo a todos los compañeros.
Πρόκειται να επιστείλω ξανά το email σε όλους τους συναδέλφους.



























