reenviar
Pronunciation
/rˌeɛmbjˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "reenviar"στα ισπανικά

reenviar
01

αναμεταδίδω

enviar nuevamente algo que ya fue enviado
reenviar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
reenvío
γ΄ ενικό πρόσωπο
reenvía
ενεστώτα μετοχή
reenviando
απλός αόριστος
reenvié
παθητική μετοχή
reenviado
Παραδείγματα
¿ Reenviaron la invitación para la reunión?
Προώθησαν την πρόσκληση για τη συνάντηση;
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store