Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
guardar
01
αποθηκεύω
conservar información
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
guardo
γ΄ ενικό πρόσωπο
guarda
ενεστώτα μετοχή
guardando
απλός αόριστος
guardé
παθητική μετοχή
guardado
Παραδείγματα
No olvides guardar el progreso del juego.
Μην ξεχάσεις να αποθηκεύσεις την πρόοδο του παιχνιδιού.
02
αποθηκεύω, τοποθετώ
colocar algo en un lugar adecuado para orden o cuidado
Παραδείγματα
Guarda tus cosas antes de salir.
Βάλε τα πράγματά σου πριν φύγεις.
03
αποθηκεύω, κρατώ
reservar o apartar algo para uso futuro
Παραδείγματα
Guardó una copia del contrato.
Φυλάσσω ένα αντίγραφο της σύμβασης.
04
διατηρώ
conservar algo en buen estado para que dure más tiempo
Παραδείγματα
Guarda tu ropa en bolsas herméticas para que no se dañe.
Φύλαξε τα ρούχα σου σε αεροστεγείς σακούλες για να μην καταστραφούν.



























