Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
guardar
01
αποθηκεύω
conservar información
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
guardo
γ΄ ενικό πρόσωπο
guarda
ενεστώτα μετοχή
guardando
απλός αόριστος
guardé
παθητική μετοχή
guardado
Παραδείγματα
Voy a guardar el documento antes de cerrar.
Πρόκειται να αποθηκεύσω το έγγραφο πριν το κλείσω.
02
αποθηκεύω, τοποθετώ
colocar algo en un lugar adecuado para orden o cuidado
Παραδείγματα
Guarda los libros en la estantería.
Βάλε τα βιβλία στο ράφι.
03
αποθηκεύω, κρατώ
reservar o apartar algo para uso futuro
Παραδείγματα
Guarda un poco de pastel para después.
Φύλαξε λίγο κέικ για αργότερα.
04
διατηρώ
conservar algo en buen estado para que dure más tiempo
Παραδείγματα
Guarda los medicamentos en un lugar fresco.
Φυλάξτε τα φάρμακα σε δροσερό μέρος.



























