consultar
Pronunciation
/kˌɔnsultˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "consultar"στα ισπανικά

consultar
01

συμβουλεύομαι

buscar información en una fuente o preguntar a alguien
consultar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
consulto
γ΄ ενικό πρόσωπο
consulta
ενεστώτα μετοχή
consultando
απλός αόριστος
consulté
παθητική μετοχή
consultado
Παραδείγματα
Voy a consultar el diccionario.
Πρόκειται να συμβουλευτώ το λεξικό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store