Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
consultar
01
συμβουλεύομαι
buscar información en una fuente o preguntar a alguien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
consulto
γ΄ ενικό πρόσωπο
consulta
ενεστώτα μετοχή
consultando
απλός αόριστος
consulté
παθητική μετοχή
consultado
Παραδείγματα
Voy a consultar el diccionario.
Πρόκειται να συμβουλευτώ το λεξικό.



























