Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
adjuntar
01
προσαρτώ
añadir un archivo o documento a otro mensaje o correo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
adjunto
γ΄ ενικό πρόσωπο
adjunta
ενεστώτα μετοχή
adjuntando
απλός αόριστος
adjunté
παθητική μετοχή
adjuntado
Παραδείγματα
Voy a adjuntar el archivo al correo electrónico.
Πρόκειται να προσαρτήσω το αρχείο στο email.



























