adjuntar
Pronunciation
/ˌaðxuntˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "adjuntar"στα ισπανικά

adjuntar
01

προσαρτώ

añadir un archivo o documento a otro mensaje o correo
adjuntar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
adjunto
γ΄ ενικό πρόσωπο
adjunta
ενεστώτα μετοχή
adjuntando
απλός αόριστος
adjunté
παθητική μετοχή
adjuntado
Παραδείγματα
Para enviar el reporte, primero debes adjuntar el documento.
Για να στείλετε την αναφορά, πρέπει πρώτα να προσαρτήσετε το έγγραφο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store