el saldo
sal
ˈsal
sal
do
do
do
saltosalmosaludosalado

Ορισμός και σημασία του "saldo"στα ισπανικά

01

υπόλοιπο, πίστωση

cantidad de dinero o crédito disponible para usar, especialmente en un teléfono móvil 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
saldos
Παραδείγματα
Tengo poco saldo en mi teléfono. 

Έχω λίγο υπόλοιπο στο τηλέφωνό μου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store