Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El remitente
[female form: remitente][gender: masculine]
01
αποστολέας, αποστέλλων
persona que envía una carta o paquete
Παραδείγματα
En el sobre figura el nombre del remitente.
Στο φάκελο αναγράφεται το όνομα του αποστολέα.



























