Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
programar
01
προγραμματίζω, προγραμματίζω
organizar o fijar el tiempo o la forma de un evento o actividad
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
programo
γ΄ ενικό πρόσωπο
programa
ενεστώτα μετοχή
programando
απλός αόριστος
programé
παθητική μετοχή
programado
Παραδείγματα
Voy a programar una reunión para mañana.
Πρόκειται να προγραμματίσω μια συνάντηση για αύριο.
02
escribir instrucciones para que una computadora realice tareas específicas
Παραδείγματα
Aprendí a programar aplicaciones móviles.



























