Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
preparar
01
προετοιμάζω
hacer los arreglos necesarios para que algo esté listo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
preparo
γ΄ ενικό πρόσωπο
prepara
ενεστώτα μετοχή
preparando
απλός αόριστος
preparé
παθητική μετοχή
preparado
Παραδείγματα
Prepararon el escenario para el concierto.
Προετοίμασαν τη σκηνή για τη συναυλία.
02
προετοιμάζω, παρασκευάζω
elaborar o producir algo mediante un proceso o mezcla de elementos
Παραδείγματα
Prepararon el medicamento en el laboratorio.
Προετοίμασαν το φάρμακο στο εργαστήριο.
03
προετοιμάζω
hacer que alguien o algo esté listo para una situación o propósito futuro
Παραδείγματα
Estoy preparando a mi perro para una competencia.
Προετοιμάζω τον σκύλο μου για έναν διαγωνισμό.



























