Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
preparar
01
προετοιμάζω
hacer los arreglos necesarios para que algo esté listo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
preparo
γ΄ ενικό πρόσωπο
prepara
ενεστώτα μετοχή
preparando
απλός αόριστος
preparé
παθητική μετοχή
preparado
Παραδείγματα
Ella preparó todo para la fiesta.
Εκείνη προετοίμασε τα πάντα για το πάρτι.
02
προετοιμάζω, παρασκευάζω
elaborar o producir algo mediante un proceso o mezcla de elementos
Παραδείγματα
Mi abuela prepara mermeladas caseras.
Η γιαγιά μου ετοιμάζει σπιτικές μαρμελάδες.
03
προετοιμάζω
hacer que alguien o algo esté listo para una situación o propósito futuro
Παραδείγματα
Los padres intentan preparar a sus hijos para la vida.
Οι γονείς προσπαθούν να προετοιμάσουν τα παιδιά τους για τη ζωή.



























