el estropajo
est
est
est
ro
ɾo
ro
pa
ˈpa
pa
jo
xo
kho
escarabajocontrabajotrabajoteletrabajo

Ορισμός και σημασία του "estropajo"στα ισπανικά

01

σφουγγαράκι τριβής, αποτριβή

utensilio hecho de alambre o material abrasivo para limpiar superficies 
el estropajo definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
estropajos
Παραδείγματα
Uso un estropajo para limpiar los platos sucios. 

Χρησιμοποιώ ένα απορρυπαντικό σφουγγάρι για να καθαρίσω τα βρώμικα πιάτα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store