el estropajo
Pronunciation
/ˌestɾopˈaxo/

Ορισμός και σημασία του "estropajo"στα ισπανικά

01

σφουγγαράκι τριβής, αποτριβή

utensilio hecho de alambre o material abrasivo para limpiar superficies
el estropajo definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
estropajos
Παραδείγματα
El estropajo está mojado y sucio.
Το αραβικό σφουγγάρι είναι βρεγμένο και βρώμικο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store