Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El estropajo
01
σφουγγαράκι τριβής, αποτριβή
utensilio hecho de alambre o material abrasivo para limpiar superficies
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
estropajos
Παραδείγματα
El estropajo está mojado y sucio.
Το αραβικό σφουγγάρι είναι βρεγμένο και βρώμικο.



























