desenchufar
Pronunciation
/dˌesɛntʃufˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "desenchufar"στα ισπανικά

desenchufar
01

αποσυνδέω, βγάζω από την πρίζα

quitar un aparato eléctrico del enchufe
desenchufar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
desenchufo
γ΄ ενικό πρόσωπο
desenchufa
ενεστώτα μετοχή
desenchufando
απλός αόριστος
desenchufé
παθητική μετοχή
desenchufado
Παραδείγματα
Mi madre siempre me dice que desenchufe todo.
Η μητέρα μου μου λέει πάντα να αποσυνδέω τα πάντα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store