Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
desenchufar
[past form: desenchufé][present form: desenchufo]
01
αποσυνδέω, βγάζω από την πρίζα
quitar un aparato eléctrico del enchufe
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
desenchufo
γ΄ ενικό πρόσωπο
desenchufa
ενεστώτα μετοχή
desenchufando
απλός αόριστος
desenchufé
παθητική μετοχή
desenchufado
Παραδείγματα
Mi madre siempre me dice que desenchufe todo.
Η μητέρα μου μου λέει πάντα να αποσυνδέω τα πάντα.



























