Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La producción
01
παραγωγή
acción de fabricar o crear bienes o servicios
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
El sector de producción emplea a muchas personas.
Ο τομέας της παραγωγής απασχολεί πολλά άτομα.
02
παραγωγή
obra artística creada para cine, teatro o televisión
Παραδείγματα
La producción usó efectos especiales impresionantes.
Η παραγωγή χρησιμοποίησε εντυπωσιακά ειδικά εφέ.



























