Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La formación
01
εκπαίδευση, προπόνηση
proceso de aprendizaje o enseñanza para adquirir conocimientos o habilidades
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
formaciones
Παραδείγματα
La formación es importante para conseguir un buen empleo.
Η εκπαίδευση είναι σημαντική για να αποκτήσετε μια καλή δουλειά.



























