convivir
Pronunciation
/kˌɔmbiβˈiɾ/

Ορισμός και σημασία του "convivir"στα ισπανικά

convivir
01

συνυπάρχω, ζω μαζί

vivir juntos o compartir el mismo espacio
convivir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
convivo
γ΄ ενικό πρόσωπο
convive
ενεστώτα μετοχή
conviviendo
απλός αόριστος
conviví
παθητική μετοχή
convivido
Παραδείγματα
Después de casarse, comenzaron a convivir.
Μετά τον γάμο, άρχισαν να συμβιώνουν.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store