Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
convivir
01
συνυπάρχω, ζω μαζί
vivir juntos o compartir el mismo espacio
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
convivo
γ΄ ενικό πρόσωπο
convive
ενεστώτα μετοχή
conviviendo
απλός αόριστος
conviví
παθητική μετοχή
convivido
Παραδείγματα
Ellos conviven en un apartamento pequeño.
Αυτοί συνυπάρχουν σε ένα μικρό διαμέρισμα.



























