convivir
con
kom
kom
vi
bi
bi
vir
ˈβiɾ
bir
convenir

Ορισμός και σημασία του "convivir"στα ισπανικά

convivir
01

συνυπάρχω, ζω μαζί

vivir juntos o compartir el mismo espacio 
convivir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
convivo
γ΄ ενικό πρόσωπο
convive
ενεστώτα μετοχή
conviviendo
απλός αόριστος
conviví
παθητική μετοχή
convivido
Παραδείγματα
Ellos conviven en un apartamento pequeño. 

Αυτοί συνυπάρχουν σε ένα μικρό διαμέρισμα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store