Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
informativo
01
πληροφοριακός, εκπαιδευτικός
que da información o enseña algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más informativo
συγκριτικός βαθμός
más informativo
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
informativo
αρσενικό πληθυντικό
informativos
θηλυκό ενικό
informativa
θηλυκό πληθυντικό
informativas
Παραδείγματα
Las noticias deben ser claras e informativas.
Τα νέα πρέπει να είναι σαφή και πληροφοριακά.



























