Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
informante
01
πληροφοριακός, εξηγητικός
que sirve para informar o dar información
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο σε -nte
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más informante
συγκριτικός βαθμός
más informante
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
informante
αρσενικό πληθυντικό
informantes
θηλυκό ενικό
informante
θηλυκό πληθυντικό
informantes
Παραδείγματα
La conferencia fue muy informante sobre los nuevos avances científicos.
Η διάλεξη ήταν πολύ πληροφοριακή για τις νέες επιστημονικές εξελίξεις.
El informante
01
πληροφοριοδότης, κατάδότης
una persona que proporciona información, especialmente de manera confidencial a la policía
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
informantes
Παραδείγματα
La policía protegió la identidad del informante.
Η αστυνομία προστάτευσε την ταυτότητα του πληροφοριοδότη.
02
persona que proporciona información a un investigador para un estudio o investigación
Παραδείγματα
El informante proporcionó datos cruciales para el estudio.



























