Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
coleccionar
[past form: coleccioné][present form: colecciono]
01
συλλέγω
juntar objetos como hobby o interés
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
colecciono
γ΄ ενικό πρόσωπο
colecciona
ενεστώτα μετοχή
coleccionando
απλός αόριστος
coleccioné
παθητική μετοχή
coleccionado
Παραδείγματα
Él colecciona libros raros de historia.
Αυτός συλλέγει σπάνια βιβλία ιστορίας.



























