coleccionar
Pronunciation
/kˌolekθjonˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "coleccionar"στα ισπανικά

coleccionar
[past form: coleccioné][present form: colecciono]
01

συλλέγω

juntar objetos como hobby o interés
coleccionar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
colecciono
γ΄ ενικό πρόσωπο
colecciona
ενεστώτα μετοχή
coleccionando
απλός αόριστος
coleccioné
παθητική μετοχή
coleccionado
Παραδείγματα
Él colecciona libros raros de historia.
Αυτός συλλέγει σπάνια βιβλία ιστορίας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store