coleccionar
coleccionar
kolekθjonaɾ
kolekthyonar
confeccionarcoaccionar

Ορισμός και σημασία του "coleccionar"στα ισπανικά

coleccionar
01

συλλέγω

juntar objetos como hobby o interés 
coleccionar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
colecciono
γ΄ ενικό πρόσωπο
colecciona
ενεστώτα μετοχή
coleccionando
απλός αόριστος
coleccioné
παθητική μετοχή
coleccionado
Παραδείγματα
Me gusta coleccionar monedas antiguas. 

Μου αρέσει να συλλέγω παλιά νομίσματα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store