el buceador
bu
bu
boo
cea
θea
thea
dor
ˈðoɾ
dhor
burladorbuscador

Ορισμός και σημασία του "buceador"στα ισπανικά

01

δύτης, καταδύτης

persona que nada bajo el agua usando equipo especial 
el buceador definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
buceadores
αρσενικό ενικό
buceador
θηλυκό ενικό
buceadora
neutral form
buceador/buceadora
Παραδείγματα
El buceador exploró el arrecife de coral. 

Ο δύτης εξερεύνησε το κοραλλιογενές ύφαλο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store