Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El bricolaje
01
κάν' το μόνος σου, χειροτεχνία
hacer arreglos o proyectos manuales en casa sin ayuda profesional
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El bricolaje es una afición muy práctica.
LanGeek



























