Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El foso
01
λάκκος, χαντάκι
hueco o excavación profunda en el suelo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
fosos
Παραδείγματα
Cuidado con el foso al caminar por ahí.
LanGeek



























