el foso
Pronunciation
/fˈoso/

Ορισμός και σημασία του "foso"στα ισπανικά

El foso
[gender: masculine]
01

λάκκος, χαντάκι

hueco o excavación profunda en el suelo
el foso definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
fosos
Παραδείγματα
La caída al foso no fue grave.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store