pinchado
pin
pin
πιν
cha
ˈʧa
τσα
do
ðo
δο
empanadoestimadocuadradoescotado

Ορισμός και σημασία του "pinchado"στα ισπανικά

01

σκασμένος, επίπεδος

que ha perdido el aire por estar perforado 
pinchado definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más pinchado
συγκριτικός βαθμός
más pinchado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
pinchado
αρσενικό πληθυντικό
pinchados
θηλυκό ενικό
pinchada
θηλυκό πληθυντικό
pinchadas
θεματικό πεδίο
neumáticos, vehículos, estado
Παραδείγματα
Tengo una rueda pinchada. 

Έχω ένα σκασμένο λάστιχο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store