Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
frenar
01
φρενάρω, σταματώ
detener o reducir la velocidad de un vehículo usando el freno
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
freno
γ΄ ενικό πρόσωπο
frena
ενεστώτα μετοχή
frenando
απλός αόριστος
frené
παθητική μετοχή
frenado
Παραδείγματα
Ella frenó al escuchar la sirena de la ambulancia.
Φρενάρισε ακούγοντας τη σειρήνα του ασθενοφόρου.



























