Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La conducción
01
οδήγηση, χειρισμός
acción y efecto de manejar o conducir un vehículo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La conducción segura es importante para evitar accidentes.
Η ασφαλής conducción είναι σημαντική για την αποφυγή ατυχημάτων.



























