aparcar
a
a
a
par
paɾ
par
car
ˈkaɾ
kar
abarcarapartaraparear

Ορισμός και σημασία του "aparcar"στα ισπανικά

aparcar
01

παρκάρω

colocar un vehículo en un lugar para detenerlo temporalmente 
aparcar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
aparca
γ΄ ενικό πρόσωπο
aparca
ενεστώτα μετοχή
aparcando
απλός αόριστος
aparqué
παθητική μετοχή
aparcado
Παραδείγματα
Voy a aparcar el coche cerca del restaurante. 

Πρόκειται να παρκάρω το αυτοκίνητο κοντά στο εστιατόριο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store