aparcar
Pronunciation
/ˌapaɾkˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "aparcar"στα ισπανικά

aparcar
01

παρκάρω

colocar un vehículo en un lugar para detenerlo temporalmente
aparcar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
aparca
γ΄ ενικό πρόσωπο
aparca
ενεστώτα μετοχή
aparcando
απλός αόριστος
aparqué
παθητική μετοχή
aparcado
Παραδείγματα
Aparcamos el coche y salimos a pasear.
Παρκάραμε το αυτοκίνητο και βγήκαμε για περπάτημα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store