el viajero
via
bja
bya
je
ˈxe
khe
ro
ɾo
ro
agujerovaquerotableropizzero

Ορισμός και σημασία του "viajero"στα ισπανικά

01

ταξιδιώτης, τουρίστας

persona que se traslada de un lugar a otro, especialmente por placer o trabajo 
el viajero definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Viajeros
Παραδείγματα
El viajero llegó temprano al aeropuerto. 

Ο ταξιδιώτης έφτασε νωρίς στο αεροδρόμιο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store