Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El viajero
01
ταξιδιώτης, τουρίστας
persona que se traslada de un lugar a otro, especialmente por placer o trabajo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Viajeros
Παραδείγματα
El viajero llegó temprano al aeropuerto.
Ο ταξιδιώτης έφτασε νωρίς στο αεροδρόμιο.



























