el viajero
Pronunciation
/bjaxˈɛɾɔ/

Ορισμός και σημασία του "viajero"στα ισπανικά

01

ταξιδιώτης, τουρίστας

persona que se traslada de un lugar a otro, especialmente por placer o trabajo
el viajero definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Viajeros
Παραδείγματα
El viajero preguntó por hoteles cercanos a la estación.
Ο ταξιδιώτης ρώτησε για ξενοδοχεία κοντά στον σταθμό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store