Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El obsequio
01
δώρο, χάρισμα
objeto que se da a alguien como muestra de cariño o agradecimiento
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
obsequios
Παραδείγματα
Recuerda traer un obsequio para la anfitriona.
Θυμηθείτε να φέρετε ένα δώρο για την οικοδέσποινα.



























