Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
invitar
01
προσκαλώ
pedir a alguien que vaya a un evento o lugar
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
invito
γ΄ ενικό πρόσωπο
invita
ενεστώτα μετοχή
invitando
απλός αόριστος
invité
παθητική μετοχή
invitado
Παραδείγματα
Voy a invitar a mis amigos a la fiesta.
Πρόκειται να προσκληθώ τους φίλους μου στο πάρτι.



























